Ιστορίες για εξαπτέρυγα
· 11.10.06, 06:03ΜΜ Νίκος ΓενημάκηςΤα καλοκαίρια του ‘80 στο χωριό στη θάλασσα ήταν ξένοιαστα. Περνούσα τρεις σχεδόν ολόκληρους μήνες με τους φίλους μου, παίζοντας ποδόσφαιρο στην παραλία, κάνοντας βουτιές από την προκυμαία και πιάνοντας χταπόδια στα βράχια.
Τις Κυριακές ακολουθούσα, όχι με πολύ ενθουσιασμό, τη γιαγιά μου στη λειτουργία. Ο εκκλησιασμός ήταν ένα αναγκαίο κακό για μένα, μιας και ο νους μου ήταν συνέχεια έξω, εκεί όπου θα μπορούσα να συνεχίσω το παιχνίδι με τους φίλους μου. Άσε που δεν καταλάβαινα και πολλά από αυτά που συνέβαιναν γύρω μου, καθώς αδυνατούσα να αντιληφθώ το νόημα αυτής της παράξενης, τουλάχιστον, τελετής.
Ήταν μια από αυτές τις Κυριακές όταν στη μέση της λειτουργίας με πλησίασε κάποιος και με χαιρέτησε. Ήταν ο Αντώνης, ο μεγαλύτερος αδερφός ενός από τους φίλους μου. «Θες να ντυθείς;», με ρώτησε χαμογελώντας. «Να ντυθώ;», είπα μέσα μου. «Τι έχουν τα ρούχα μου;»
«Πάνε», με πρόσταξε η γιαγιά μου και ακολούθησα τον Αντώνη χωρίς να καταλάβω τι γίνεται. Αυτός με οδήγησε μέσα από μια πόρτα στο ιερό, ένα μέρος της εκκλησίας όπου δεν είχα ξαναβρεθεί. Μπροστά στα μάτια μου λάμβανε χώρα ένα άγνωστο κομμάτι της λειτουργίας, ακόμη πιο παράξενο από ό,τι είχα βιώσει μέχρι τότε, μέσα σε έναν περίεργο κόσμο που αποτελούνταν μόνο από άντρες.
Τότε ο Αντώνης με πλησίασε, γελαστός όπως και πριν. «Εδώ θα ντυθείς», είπε, τραβώντας ένα παραβάν στην άκρη, «μόνο σε παρακαλώ βγάλε αυτά τα βρωμοπάπουτσα που φοράς». Πίσω από το παραβάν βρίσκονταν κάποια ρούχα, χρυσοκεντημένα με περίπλοκα σχέδια. Ήταν σαν του παπά, αλλά στο δικό μου μέγεθος. «Ωραία», σκέφτηκα και τράβηξα το παραβάν πίσω μου.
Μόλις όμως έφτασα στα παπούτσια μου, βρέθηκα μπροστά σε κάτι απρόσμενο: Τα κορδόνια μου ήταν πολύ σφιχτά δεμένα, τόσο σφιχτά ώστε μόνο η γιαγιά μου, που τα είχε δέσει, μπορούσε να τα λύσει. «Γίνεται να έρθει η γιαγιά μου;», ρώτησα τον Αντώνη. «Μην είσαι χαζός!», απάντησε αυτός. «Θα φέρουμε τις γυναίκες εδώ, στην Άγια Τράπεζα;»
Ήμουν σχεδόν πανικόβλητος. Κοίταξα πίσω μου και είδα την πόρτα που με είχε οδηγήσει στο ιερό κλειστή. Πώς θα έβγαζα αυτά τα αναθεματισμένα παπούτσια; Χρειαζόμουν τη βοήθεια της γιαγιάς μου, δίχως άλλο. Τότε είδα τη μεγάλη πόρτα μπροστά από την Άγια Τράπεζα που ήταν ορθάνοιχτη. Χωρίς σκέψη, έτρεξα στην αγκαλιά της γιαγιάς μου, για να διαπιστώσω με αμηχανία πως με κοίταζε με μάτια ορθάνοιχτα, γεμάτα έκπληξη. Για μια στιγμή η λειτουργία είχε σταματήσει, και τα μάτια όλων ήταν στραμμένα πάνω μου, δείχνοντας είτε έκπληξη, είτε θυμό. «Τι έκανες βρε;»
Τι είχα κάνει; Αυτή η ερώτηση με βασάνιζε για τις επόμενες δυο μέρες που ήμουν τιμωρημένος, περιμένοντας την υποχρεωτική μου εξομολόγηση... Τελικά συναντήθηκα με τον πατέρα Ευστράτιο, έναν παχουλό και πρόσχαρο ηλικιωμένο ιερέα. «Δεν φταις εσύ, παιδί μου Νικόλαε», μου είπε χαμογελώντας, ενώ εγώ διέκρινα στη γενειάδα του τα ψίχουλα από το μεσημεριανό φαγητό. «Εσύ είσαι απλά παιδί, και δεν ήξερες πως απαγορεύεται να περνάς από την Ωραία Πύλη. Μέσα από ‘κει έρχεται το Άγιο Πνεύμα όταν γίνεται η λειτουργία».
«Μπορώ να έρθω με τη γιαγιά μου την άλλη φορά;», ρώτησα. «Όχι Νικόλαε», απάντησε αυτός γελώντας. «Οι γυναίκες δεν κάνει να μπουν στο ιερό ούτε να γίνουν παπάδες γιατί είναι ευάλωτα και αλαφρόμυαλα πλάσματα. Αλλά τι κάθομαι και σου λέω, έχεις καιρό μπροστά σου για να μάθεις»...
Η γιαγιά μου με περίμενε έξω από την εκκλησία. «Τι σ’ είπε ο πάτερ;», με ρώτησε μόλις βγήκα. «Ο πάτερ λέει πως δεν κάνει να έρθεις μαζί την άλλη φορά γιατί είσαι “αλαφρόμυαλη”. Να πάω να παίξω τώρα;». Συγνώμη γιαγιά, τα είπαμε, δεν ήξερα καν τι σήμαινε αυτή η λέξη!
Μετά από χρόνια, όταν πια ήμουν – στα χαρτιά, τουλάχιστο – ενήλικας και ο πατέρας Ευστράτιος είχε αποδημήσει εις Κύριον, επέστρεψα στην ίδια εκκλησιά, αυτή τη φορά με παρέα. Η Σοφία είχε έρθει στην Ελλάδα με τις μεταφυσικές της αναζητήσεις πιο έντονες από ποτέ, και σε μένα έλαχε να την ξεναγήσω στο εσωτερικό μιας βυζαντινής εκκλησίας. «Τι βρίσκεται πίσω από εκείνες τις πόρτες;», με ρώτησε. «Έλα μαζί μου», της είπα και κρατώντας την από το χέρι την οδήγησα μέσα στο ιερό.
Εκεί της περιέγραψα πού τα «εξαπτέρυγα σεραφείμ», οι μυστηριώδεις δορυφόροι του Κυρίου, και πού τα «πολυόμματα χερουβείμ», οι φύλακες-άγγελοι, βρίσκονται κατά τη λειτουργία. Μετά της έδειξα την Ωραία Πύλη, από όπου το Άγιο Πνεύμα ρέει προς τους πιστούς, για να αιωρείται ύστερα πάνω από το έδαφος.
Καθώς βγαίναμε, γίναμε αντιληπτοί από ένα νεαρό ιερέα, τον αντικαταστάτη του πατέρα Ευστράτιου. «Τι κάνατε εσείς οι δυο εκεί μέσα;», μας ρώτησε γεμάτος θυμό. Εγώ χαμογέλασα. «Απλά συναντηθήκαμε με το Άγιο Πνεύμα».
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση κάτω από τους όρους της άδειας χρήσης CreativeCommons Attribution-NonCommercial-ShareAlike 3.0.
* * *

Σχόλια στο άρθρο