агит проп · ιστολόγιο
 
MacTest™

Γ. Ρίτσος: «Η στάχτη στη γεύση του ταξιδιού»

· 01.05.09, 08:09ΜΜ
Ελένη Καρασαββίδου-Κάππα
Γιάννης Ρίτσος
Γιάννης Ρίτσος

— «Κι αν αδέξιοι μια μέρα σας φανούν οι στίχοι μας, θυμηθείτε μονάχα πως γράφτηκαν κάτω απ’ τη μύτη των φρουρών, και με τη λόγχη πάντα στο πλευρό μας.»

Λέγεται, ότι κάποτε ένας άνθρωπος στάθηκε μπροστά στην μοίρα και την κοίταξε στα μάτια. Την ρώτησε: Ποια είναι η ουσία της ζωής; «Να προσπαθείς… Να προσπαθείς να κάνεις κάτι που αξίζει να γραφτεί, ή να γράψεις κάτι που αξίζει να διαβαστεί», απάντησε εκείνη. Σημαδεύοντας, μέσα από αυτήν την φράση, τον τρόπο που ταξιδεύουν στη ζωή όσοι δεν ξέρουν την στάχτη στη γεύση του ταξιδιού. Ή μάλλον, όσοι παρόλο που την ξέρουν, επιμένουν να ταξιδεύουν ακόμη, μη αποδεχόμενοι τις έτοιμες απαντήσεις. Ο Γιάννης Ρίτσος, ανήκε σε αυτήν την ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων… Ίσως γι αυτό αναρωτιέται στο Εμβατήριο του Ωκεανού:

«Ποια πληγή δε μας δωρήθηκε ακόμη για να συμπληρώσουμε του θεού τη θεότητα;…» «Να πονέσω τόσο που ο Θεός να υπάρξει», γράφει κάπου ο Alan Bennett, γνωρίζοντας πως ακόμη και τα βάσανα είναι μια ανθρώπινη εφεύρεση, όπως έχει γραφτεί, αφού ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει δίχως πάθος.. Θυμίζοντας τους ρημαγμένους ναυτικούς του Ρίτσου που μπορούσαν ν’ ακούσουν σ’ ένα μικρό κοχύλι όλον τον αχό του ωκεανού. «Νυχτερινό λιμάνι φώτα πνιγμένα στα νερά πρόσωπα δίχως μνήμη και συνέχεια φωτισμένα απ’ τους περαστικούς προβολείς μακρινών πλοίων κι ύστερα βυθισμένα στη σκιά του ταξιδιού λοξά ιστία με κρεμασμένες λάμπες ονείρου σαν τις ραγισμένες φτερούγες των αγγέλων που αμάρτησαν… τραυματισμένα χέρια σαν τη συγγνώμη που έφτασεν αργά. Αιχμάλωτοι δεμένοι στις άγκυρες ένας κρίκος γύρω από το λαιμό του ορίζοντα κι άλλες αλυσίδες εκεί στα πόδια των παιδιών και στα χέρια της αυγής που κρατούν μια μαργαρίτα… Οι γεροι ναυτικοί…κάθονται στο βράχο και καπνίζουν στη πίπα τους ταξίδια σκιά και μετάνοια. Όμως εμείς δεν ξέρουμε τίποτε απ’ τη στάχτη στη γεύση του ταξιδιού. Ξέρουμε το ταξίδι και το γλαυκό ημικύκλιο του ορίζοντα που ναι σαν τα άγριο φρύδι θαλασσινού θεού. … Ακούσαμε το τραγουδι της θάλασσας και δε μπορούμε πια να κοιμηθούμε. Μητέρα μη μου κρατάς το χέρι! Θάλασσα θάλασσα στο νου στην ψυχή και στις φλέβες μας θάλασσα…

Ναι! Ο Ρίτσος, ταξίδευε. Και μας ταξίδευε μαζί του. Αναδεικνυόμενος, έτσι, (κι έχει όπως θα δούμε σημασία) σε έναν από τους πιο λαμπρούς και πιο λατρεμένους συναδέλφους μας…

Γιός πολυφαμελιάρη άρχοντα από τη Λακωνία, γεννήθηκε στη Μονεμβασιά την πρωτοΜαγιά του 1908. “Τα λευκά περιστέρια των παιδικών ονείρων”, όπως ο ίδιος αναφέρει στο “Τραγούδι της Αδερφής μου”, πέταξαν, φοβισμένα, μακριά από έναν κύκλο αρρώστιας, οικονομικού ξεπεσμού, και οικογενειακών θανάτων. Ίσως ήταν αυτή η πορεία που ταύτισε τον Ρίτσο με τους απόκληρους της εποχής του και τον οδήγησε στους δρόμους των μεγάλων επαναστάσεων του καιρού. Αλλά και πέρα απ’ αυτές, μέσα από αυτές, μαζί με αυτές. Γιατί ο Ρίτσος, πέρα από τον πιο τραγουδισμένο μας, τον πιο ενσωματωμένο στην λαΐκή παράδοση του τόπου και του κόσμου ποιητή, αποτελεί και τον πολυπλοκότερο συνάμα. Αφού ο ένας ποιητικός του εαυτός στηρίζει και ανατρέπει την ίδια στιγμή τον άλλον… Θαρρείς μιλούσαν πολλά σώματα, πολλές φωνές, μέσα απ’ τα ίδια χείλη, πολλά χέρια έγραφαν μέσα απ’ την ίδια πένα…

Ρήμα: (Ω Μούσα Εσύ/ κάθε θρασύ μερεύεις ήχο/ στο θαλασσί γράφεις χρυσή αυγή το στίχο) Δημώδης δεκαπεντασύλλαβος, που μπήγεται στην ψυχή σαν ύμνος της Μεγάλης βδομάδας, «(γιε μου σπλάχνο των σπλάχνων μου/ καρδούλα της καρδιάς μου/πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, κι ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου/πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω//καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;!») ποιήματα πολιτικά, (Χαίρε Ρωσσία, συντρόφισσα. Στο νέον ορίζοντα της γης/ ήλιου σημαία ριπίζεται η εργατικιά ποδιά σου/ Του κόσμου οι προλετάριοι, πίσω απ’ τα τείχη της σιγής/ ακούν το χάλκινο παλμό της σταθερής καρδιάς σου») ποιήματα εξομολογητικά κι ανατρεπτικά των προηγούμενων («χαμογελούσε λέγοντας ναι, ναι, ναι, σε προαιώνια διαψευσμένες ελπίδες»), τρίτη και τέταρτη διάσταση και οι εκατοντάδες εκπληκτικοί στίχοι της, (άφησε με να ΄ρθω μαζί σου!) και η ελλειπτική ποίηση της τελευταίας περιόδου, (ο ουρανός σου αναθέτει όλο του το γαλάζιο, πως θ αντέξουν οι ώμοι σου; Ή «Άνοιξη. Δυο σταγόνες θάλασσα τα μάτια σου. Μα καρδερίνα ανεβοκατεβαίνει σ΄ έναν ξύλινο σταυρό») αποδεικνύουν έναν αμύθητο λόγιο θησαυρό, μπροστά στον οποίο οι κριτικοί και ιστορικοί της λογοτεχνίας σε δεκάδες εξειδικευμένα συνέδρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό δηλώνουν την ανεπάρκεια τους στην πλήρη καταγραφή κι αποτίμηση του έργου του. Η εύκολη λύση ήταν κάθε πλευρά (πολιτική, κοινωνική, κρατική, επίσημη ή λαΐκή) να προβάλλει τον Ρίτσο που την συνέφερε, κάθε πλευρά να αποφεύγει τον Ρίτσο που την έβαζε μπροστά στον συνειδησιακό της καθρέφτη.

Ο ίδιος όμως ήταν ποιητής. Δηλαδή Πολίτης. Δηλαδή η φωνή αυτής της συνείδησης. Ήξερε, ότι η ποίηση, ακριβή τέχνη του λόγου που προσπαθεί να ισορροπήσει ζυγιάζοντας τις πιο «μεγάλες» έννοιες στην πιο μικρή λέξη, μιλά για την δίψα της αναζήτησης του (όποιου υπαρξιακού ή κοινωνικοπολιτικού) «ουρανού» από ένα πλάσμα χωμάτινο όπως είμαστε όλοι, και την ίδια στιγμή για την ύπαρξη της μνημοσύνης, της ατομικής ή συλλογικής μνήμης μας δηλαδή, μα και την ανάγκη να ξεχάσουμε ό,τι βαθιά μας χαρακώνει ή μας δίνει φτερά.

«Όνειρα κι όνειρα. Συχνά το στοχάστηκα: κάθε φτερό καλύπτει μια ματωμένη τρύπα΄ ή μήπως κάθε φτερό σκάβει στη σάρκα μας μια ματωμένη τρύπα; Άλλοτε πάλι θαρρώ πως τα φτερά είναι η άνθηση του σώματός μας΄ και μόνον σαν τα μαδήσει ο στοχασμός, ανοίγεται η κόκκινη οπή που πια δεν κλείνει…» μας ψιθυρίζει στη Φαίδρα. Κι αλήθεια, αυτή η κόκκινη οπή, η αγιάτρευτη πληγή, δεν είναι η κοινή αναζήτηση του όπου γης ανθρώπου να στοχαστεί ή να δημιουργήσει μια ζωή στα μέτρα του δίκιου και της αγάπης, όπως κι αν τα ονομάζει κάθε φορά; «Να πονέσω τόσο που ο Θεός να υπάρξει». Τελικά, ίσως να χε δίκιο στη Φαίδρα: «Τα πιο όμορφα πράγματα τα λέμε συνήθως για ν’ αποφύγουμε να πούμε μιαν αλήθεια΄ κι ίσως αυτή η αποσιωπημένη αλήθεια να ΄ναι που δίνει τη μεγάλη ομορφιά κι αοριστία σ’ αυτά τα τετριμμένα λόγια- αιώνιος νόμος της ομορφιάς… Ω βέβαια, καθένας βλέπει με τα δικά του μάτια΄ άλλωστε το ίδιο κι εγώ . μα το χειρότερο απ’ όλα: κι η πιο βαθιά κατανόηση της διαφοράς μας δεν ευκολύνει τα πράγματα. Δεν καταργεί τις διαφορές μας και τις ξεχωριστές μας αξιώσεις. Όχι, παράπονο δεν έχω από σένα ή από τη μοίρα μου. Ώρες ώρες και μόνη η γνώση της όποιας δυστυχίας μας μπορεί να μας κρατήσει πάνω απ’ τη δυστυχία, σ’ έναν χώρο βαθύ και υψηλό…» Κι αλήθεια, μια αξιοπρεπής ήττα πόσο πιο μεγαλειώδης είναι από μια μίζερη νίκη;

Ζούμε σε μια αμήχανη εποχή. Όλοι θέλουν να είναι νικητές και εννοούν τη νίκη με βάση το υλικό ξεπουλώντας τα πάντα στο κυνήγι της απόκτησης του, ή με βάση την ψεύτικη αξιοπρέπεια του ανθρώπου που δεν θέλει να εκτεθεί, που δε θέλει να υπερασπιστεί τους πιο αδύναμους για να μη λερωθεί τάχα. Σε μια εποχή που, ξεπλένοντας τ’ απόνερα της ουτοπίας, δείχνει να έχει καταργήσει το όραμα. Να έχει επικηρύξει το Λόγο. Επικηρυγμένος ή όχι ο Λόγος εξακολουθεί να υπάρχει. Ασθμαίνοντας ως λόγος της γνώσης κι ιδιοποίησης της εξουσίας, ως λόγος επίσημος δηλαδή, επαναστατεί βαθιά καταλύοντας τ’ αυτονόητα ως Λόγος της Ποίησης. Γιατί αν, προτεραιότητα της μικροαστικής ησυχίας, της εξουσιαστικής τάξης και της παγκοσμιοποιημένης ασφάλειας, ιδίως σε εποχή που ναρκισσεύονται ενοχοποιώντας την σκέψη και την διαφορά, είναι να ρυθμίζουν και ν’ αστυνομεύουν τον πολυσημικό λόγο της μυθοπλασίας κι άρα της κοινωνικής κινητικότητας, η Ποίηση, σαν το υγρό αλάτι που σκάβει τον βράχο των ποικίλων συμβιβασμών μας, γνωρίζει – όπως κι η θάλασσα- ότι όπως είπαμε στην αρχή “αυτός που κλαίει τον θάνατο δεν μας γνωρίζει. Γιατί η Θάλασσα δεν κλαίει, Τραγουδάει” . Έτοιμος πάντα να πληρώσει το λογαριασμό. Πως όχι;. Γράφει στη Φαίδρα ο Ρίτσος:

«Θυμάμαι ένα άγριο κάτασπρο άλογο, δεμένο από το πόδι σ΄ ένα δέντρο. Πως κυματίζανε οι μυώνες σ’ όλο το κορμί του κάτω απ’ το λαμπερό λευκό του τρίχωμα. Θαρρούσα πως θα κοπεί το πόδι του απ’ τη ρίζα. Και τρίποδο πια, θα καλπάσει κουτσαίνοντας περήφανο προς το άγνωστο. Ίσως καμιά λευτεριά δεν κερδίζεται χωρίς κάποια δική μας θυσία.»

«Αδελφή μου, σου χα τάξει να σου φέρω το αθάνατο νερό. Σου ΄χα τάξει να ρίξω τον ήλιο στα πόδια σου. Τώρα κραυγάζεις: (Ελένη) Αδερφέ μου διψώ, που να τα αθάνατο νερό να ξεδιψάσω; Αδελφέ μου κρυώνω που ναι ο ήλιος να ζεστάνω τα χέρια μου; (Κώστας) Και μένω ασάλευτος κι ανήμπορος. Εγώ που περιπλανήθηκα στους ουρανούς δε δύναμαι να διατρέξω μια σπιθαμή γης… Τα άστρα συγκρούονται στους βυθούς των ματιών σου κι οι μάχες των θεών ματώνουν τα σπλάχνα σου. Πώς να πλάσω την πυρκαγιά σου σε ψυχρή προτομή νηνεμίας; Είχα πιστέψει κάποτε στον ουρανό, μα εσύ μου δειξες τα βάθη της θάλασσας με τις νεκρές πολιτείες με τα λησμονημένα δάση με τους πνιγμένους θορύβους. Και τώρα ο ουρανός βυθίστηκε, πληγωμένος γλάρος- μέσα στη θάλασσα. Το χέρι μου που σου χτιζα γεφύρι της αβύσσου γκρεμίστηκε. Κοίταξε με πόσο γυμνός και πόσο αθώος κείτομαι μπρος σου. Κρυώνω, αδελφή μου. Ποιος θα μας φέρει πια τον ήλιο ν’ ζεστάνουμε τα χέρια μας; Σωπαίνω κι αφουγκράζομαι. Κανείς δεν περνά στο νύχτιο δρόμο….Μόνο η φωνή σου περιτρέχει τους διαδρόμους της νύχτας χτυπώντας το μακρύ της ξίφος πάνω στις πλάκες. Είναι αργά. Μήτε ο θάνατος με δέχεται. Μήτε η ζωή. Που θα πάω;… Καθώς ετίναξες τη χρυσή στάχτη του φωτός απ’ τα ματόκλαδα της πλάσης ατένισα στο δειλινό σου ορίζοντα τους μεγάλους σταυρούς της ανθρωπότητας κι αγάπησα τους λυπημένους ανθρώπους… Την ιστορία του κόσμου διάβασα σε μια σταγόνα του δικού σου αίματος. Ω άνθρωποι, ω αδέλφια μου, της αδελφής μου αδέλφια…. Πόσα ταξίδια κάνατε! Και δε φέρατε πίσω μαζί σας μήτε μια εικόνα βλάστησης να στολίσετε τα άδειο σας σπίτι…»

Ναι… Σε μια εποχή που το άδειο επιστρέφει, (αν έφυγε ποτέ…) το μόνο που σου απομένει είναι ο εαυτός, το τελευταίο κάστρο σου, και οι δικές του αξίες, αντίπαλος ηλίθιων φανατικών κι αδίστακτων ηθικολόγων, ή πολιτικάντηδων (Φαίδρα) «Το άδειο δεν είναι πια ανεκτό. ..Τι αστόχαστα λόγια- η νίκη της θέλησης έλεγες- ποια θέληση; ποια νίκη; …Την αγιότητα πριν απ’ την αμαρτία δεν την πιστεύω. Ανυμπόρια τη λέω. Δειλία…Προσχήματα για ν’ αποφύγουμε τη δοκιμασία” Αόρατοι θεοί…

«Αόρατοι Θεοί..» Η ελληνική παράδοση που τόσο την μάχεται η σύγχρονη Ελλάδα. σ’ έναν αποκρυφιστικό/εναλλακτικό ορισμό της τραγωδίας, βγαλμένο από την ακτή των Ιώνων, «τραγωδία υπάρχει όπου το θύμα αφήνει τον εαυτό του να ξεγελαστεί όσο κι ο θύτης». Κι άρα ο δυϊσμός μας είναι ότι το τραγικό πρόσωπο δεν είναι αθώο, δεν είναι αγνό. Ίσα-ίσα είναι αυτό που παρόλο που «ξέρει», παρόλο που γνωρίζει πως δεν είναι αθώο, δεν αλλάζει τίποτε. Ούτε ένα βήμα. Και πηγαίνοντας προς μία μοίρα που χει προ-επιλέξει, η μόνη «αθωότητα» που μπορεί να διαπραγματευτεί είναι της αξιοπρέπειας του. Να αποδεχτεί με ψηλά το κεφάλι το σκοτάδι, δίχως να αρνιέται το φως. Άλλωστε «δεν αξίζει να πας στην έρημο και να μην χαθείς…» (Στ. Ροϊδης). Ζωή… Και Νίκη μέσα από την Ήττα. Είμαστε ακόμα εδώ. Όπως κι αν μας ονόμασε η κάθε εποχή. Κι εθνικούς ή χριστιανούς κι αριστερούς ή πατριώτες άλλοτε. Όσο κι αν μας λοιδόρησαν τα κατεστημένα. Και ποιητές Τώρα και Πάντα.

«Άκουσε το τραγούδι μας μητέρα», φωνάζει στο Εμβατήριο του Ωκεανού, «το τραγούδι του νέου ταξιδιού. Εσύ που κλαις το θάνατο δε μας γνωρίζεις. Η θάλασσα δεν κλαίει. Τραγουδάει.

Θάλασσα, θάλασσα, καθώς εσύ, έτσι κι εμείς, δεν θα υποκύψουμε στη μοίρα και στον ύπνο. Δεν θα καταδεχτούμε να φωνάξουμε “νικήσαμε για πάντα“».

Στις ιδιαίτερες αυτές Θερμοπύλες, εκεί, μακριά απ’ τη «Νίκη» και πέρα απ’ την «Ήττα», στέκεται ο ποιητής, όπου (για να παραφράσουμε τον Σεφέρη) ό,τι υπάρχει πράττει και πράττοντας στέκεται ολόρθο κατάντικρυ στον ήλιο.

Τούτος ο ήλιος, σεβάσμιος γέροντας που θα βάφει με το αίμα απ’ το πλατύ στέρνο του τα νερά του αιγαίου, κάθε παιδικό του ηλιοβασίλεμα από το κάστρο της Μονεμβασιάς, θα παίξει ιδιαίτερο ρόλο στην αρχική περίοδο του έργου του. Και πως όχι; Αφού ο Ρίτσος είναι κοινωνός και συνεχιστής της μεγάλης πολιτιστικής και πολιτικής παράδοσης που άνθησε σε τούτον τον τόπο από χιλιάδες χρόνια. «Για τον Ρίτσο το καθοριστικό στοιχείο είναι ο ελληνικός χώρος, αυτός είναι ο χώρος του Μύθου», όπως σημειώνει η Χρύσα Προκοπάκη.

“Έφτασα ίσως στην ηλικία που τα μάτια έχουν στεγνώσει πια για πάντα, σαν λουλούδια πατικωμένα ανάμεσα στις σελίδες κάποιου βιβλίου.”, γράφει ο Αραγκόν. “Μπορεί να χω ξεχάσει… μα τουλάχιστο φαίνεται πως ποτέ, διαβάζοντας στίχους δεν έπιασα να κλαίω, όσο ωραίοι, όσο συγκινητικοί κι αν ήταν. Πάνε πάνω από20 χρόνια ωστόσο, όταν διάβασα το Νεκρό Σπίτι, δάκρυα ήρθαν στα μάτια μου, καθώς ένιωθα το βάθος μιας χώρας.. Το βάθος και το βάρος μιας χώρας….

Αίας, Φιλοκτήτης, Ορέστης, Αγαμέμνων, Περσεφόνη, Χρυσόθεμις, Ισμήνη, Φαίδρα, Ηλέκτρα, Η Ελένη (το μόνο με άρθρο όπως έχει επισημανθεί, έχοντας το βάρος της ανατροπής του αόριστου, την ευθύνη του ορισμένου), αποτελούν, μαζί με το Νεκρό Σπίτι και Κάτω απ’ τον Ίσκιο του Βουνού, τον κύκλο των μυθολογικών του πονημάτων.

Θέτοντας, μέσα απ’ τα σπλάχνα τους τούτα τα ποιήματα, την ίδια εφιαλτική ερώτηση, μες στους αιώνες, τόσο επίκαιρη σήμερα, όπως η Γάζα γίνεται η Γκερνίκα του 21ου αιώνα: «Έλα! Σε χρειάζομαι όχι μόνο για τη νίκη, μα προπάντων, μετά τη νίκη- όταν θα μπούμε, όσοι απομείνουμε, ξανά στα καράβια, γυρίζοντας μαζί με την Ελένη, δέκα χρόνια γερασμένη…κρύβοντας μες στα δικά της πέπλα και τη δική μας ξενητειά, την τύψη, την απελπισία και τον μεγάλο, αφυγάδευτο τρόμο της ερώτησης: γιατί ήρθαμε, γιατί πολεμήσαμε, γιατί και που επιστρέφουμε;» (Φιλοκτήτης).

Ερώτηση εφιαλτικά γυμνή, όπως αποκαλύπτει μεμιάς την κενότητα της ανθρώπινης πραμάτειας στους μεγάλους ή στους «καθημερινούς» μας πολέμους, όταν ξεπουλά τα πιο μεγάλα Θέλω της στα πιο ακριβά της Πρέπει.

«Θέλω και Πρέπει»… Ο άνθρωπος. Ένα τεντωμένο σκοινί, ανάμεσα σε ό,τι ελπίζει και ό,τι φοβάται. Και να γιατί, «ο ελληνικός λόγος είναι πραγματικά θανατηφόρος», όπως έγραψε ο Χέντερλιν αναφερόμενος στην τραγωδία και στην λέξη εντός της που γίνεται ενέργημα, στο λόγο που δεν δημιουργεί τον κόσμο (μονάχα) μα τον σκοτώνει. «Εμείς οι Δυτικοί γνωρίζουμε την πληγή που οι λέξεις μπορούν να επιφέρουν αλλά βιώνουμε μονάχα μεταφορικά την αμεσότητα του φυσικού ολέθρου. Η κατάρα του Θησέα φονεύει κυριολεκτικά τον Ιππόλυτο. Οι μαντικές και προφητικές εκφορές ξεσκίζουν την ανθρώπινη σάρκα. Η εντολή του Κρέοντα φονεύει την Αντιγόνη».Ο λόγος, έτσι, γίνεται θεός κι ο δημιουργός του άνθρωπος ο ατέρμονος Προμηθέας που, γυμνός πάνω στον βράχο θα προσπαθεί να σκαλίσει με τα νύχια το Φως, χρησιμοποιώντας την πένα ως έμβολο ενάντια στην μοίρα μας.
«Έμβολο και Μοίρα»…«Ευλογημένη είναι η ανθρωπότητα που ο Θεός έδωσε σε μερικούς ανθρώπους την κατάρα να είναι ποιητές», έγραψε κάποτε ο Φ. Μουρ. Κι όσο κι αν εδράζεται στην φράση αυτή όχι μόνο το υψιπετές της ποίησης μα και το χαμερπές πολλών ποιητών-τριών της (όταν αντικαθιστούν την αγωνία της καθολικότητας με τον ατομικό ναρκισσισμό τους) παραμένει μία φράση κατά βάση πολύ αληθινή.

Τέχνη, λένε άλλωστε, είναι ένα ψέμα που πείθει πως είναι αλήθεια. Ίσως γιατί δεν ανήκει πρώτα σ’ αυτούς που την δημιουργούν, αλλά σ’ αυτούς που την έχουνε ανάγκη.

«Αδερφή μου, δεν είμαι ποιητής, δεν καταδέχομαι να μαι ποιητής. Είμαι ένα πληγωμένο μυρμήγκι που έχασε το δρόμο του μες την απέραντη νύχτα. Αναδεύω την τέφρα των πυρπολημένων Απριλίων και δε βρίσκω μια σπίθα για ν’ ανάψω την αρχαία θερμάστρα. Εσύ εζύγισες τους θησαυρούς των αιώνων μες στη λεπτή παλάμη σου. Εσύ εγκρέμισες τα όρη όπου αναπαύονταν οι ποιητές. Κι εγώ δεν είμαι πια ποιητής. Το ξέρω οι ποιητές δε ρυπαίνουν με δάκρυα τις κρυστάλλινες πολιτείες. Αγρυπνούν με το βλέμμα τους ίσο κι αθόλωτο. Για να μετρούν τις φρικιάσεις του παντός και τους παλμούς του σύμπαντος. Όμως εγώ αδερφή μου αγρυπνώ μετρώντας τους παλμούς και την ανάσα σου. Στυλώνομαι, πύργος νυχτός, μες στην ακατανόητη βοή των διασταυρουμένων κεραυνών κι αγγίζω αδίστακτος τα ξίφη. Οι αψίδες του φωτός κατέρρευσαν κάτω απ’ τα βλέφαρά σου. Τίποτ άλλο δε ζει έξω απ’ τον πένθιμο κύκλο που χαράζουν στην πλάση τα μάτια σου. Δε θέλω τα τύμπανα των θριάμβων ν’ αναγγέλλουν τη δόξα μου μες στα δάση της άνοιξης. Το δικό σου χαμόγελο μου φτάνει…Τώρα η σιωπή σου εθραύστη. Και στο μικρό κοχύλι που κρυβες άκουσα τις κραυγές του ωκεανού…

Τώρα αποδίδομαι στο σύμπαν… Φίλησε μου τα σπουργίτια της αυλής τα αθώα παιδιά, τις λυπημένε μηέρες… και τους νέους που χτίζουν ανύποπτοι κι ανένδοτοιτν πολιτεία τους στα σύνορα της ζωής και του θανάτου. Αντίο αδερφή μου. Αδερφή όλου του κόσμου.»

Αν η αδερφή του είναι αδερφή όλου του κόσμου είναι γιατί οι στίχοι του Ρίτσου στοιχειώνονται από σύμβολα πανανθρώπινα και καθαρούς λιμώνες. “Η έρευνα των εκφραστικών εργαλείων του Ρίτσου, αναφέρει ο Πρεβελάκης, θα μπορούσε να επεκταθεί και σε λέξεις κλειδιά της ποίησης του, που παρουσιάζουν μια εξαιρετική συχνότητα ή μιαν ιδιαίτερη σημαντικότητα, όπως το “ξύλινο άλογο” (Δούρειος Ίππος) ο Ήλιος, ο λόφος, η φωτιά το πηγάδι, το καρφί. Κι ακόμη, θα προσθέταμε εμείς, τα Περιστέρια, οι Εργάτες που φεύγουν με τις σφιγμένες γροθιές τους, το παλιό πιάνο και πάνω απ’ όλα ένας ακατάβλητος Ωκεανός που συμβολίζει την ίδια την κίνηση, την αιώνια προσπάθεια του ανθρώπου ν’ αλλάξει την μοίρα του, θυμίζοντας ότι η απώτατη ποίηση είναι να προσπαθείς όχι ν’ αλλάξεις όπως όλα τα ολοκληρωτικά καθεστώτα πολιτικής ή θρησκείας θεώρησαν μα ν’ αλλάΖεις τον κόσμο.

Το ταξίδι, λοιπόν. Και «Τι είναι αλήθεια το ταξίδι;» Υπάρχει ένας κίνδυνος εδώ. Κάθε ετεροδοξία, πάσχοντας από έναν ενγενή ναρκισσισμό που η συνομιλία του ανθρώπου με το «Απόλυτο» γέννησε, προβάλλοντας ως αυτονόητες της ιδέες της, ρέπει πάντα στο να καταλήξει σε ορθοδοξία. Ξιφουλκώντας την δυναμική της στα ίδια της τα παιδιά ,(ένα είδος διανοητικού Κρόνου που οι Δογματικοί κάθε είδους γνωρίζουν καλά), δεν δέχεται ότι είναι κι η ίδια γέννημα μιας πορείας ιδεών κι ενός συγκεκριμένου χωροχρόνου, αλλά ένα «θεολογικό» ,δηλαδή «πατερναλιστικό» αυτονόητο. Αλλά, ευτυχώς, “την θάλασσα δεν ξέρω να την έχουν εξαντλήσει”. Κι ο Ρίτσος που τόσο άκριτα ταυτίστηκε από κάποιους με τον δογματισμό; Γρηγορούσα συνείδηση ο αληθινός Ποιητής, ξεπερνά στο έργο του συνήθως τον εαυτό του. “Δεν ήξερε τι θα έλεγε μετά. Την απάντηση θα του την έδινε μία επόμενη λέξη, μας λέει κάπου. “Όσο πιο απροσδόκητη τόσο σωστότερη”. Εξάλλου, “κι αυτοί που χαν πιστέψει κάποτε στο αιώνιο γέρασαν” μας λέει στ Αρνητικά της Σιωπής”.

Ας προσέξουμε τον τίτλο. Τ’ αρνητικά της Σιωπής. «Ο δημιουργικός άνθρωπος είναι ένας γρίφος στον οποίον μπορούμε να επιχειρήσουμε μιαν απάντηση με διάφορους τρόπους, αλλά πάντα μάταια», έγραφε ο Γιούνγκ στα 1930, επιχειρώντας να δώσει μια λύση σε ένα από τα ερω`τήματα που έθετε η οριακή εποχή του, η όμοια με την δική μας: «Ποιος είναι ρόλος του διανοούμενου σήμερα;» Ποιος είναι o ρόλος αυτού που μπορεί «ως ανθρώπινο ον να έχει ψυχικές διαθέσεις και βούληση και προσωπικούς σκοπούς», αλλά ως καλλιτέχνης είναι… «συλλογικός άνθρωπος», (Γιούνγκ, 1930), δηλαδή κάποιος που «κουβαλά και διαπλάθει την ασυνείδητη ψυχική ζωή της ανθρωπότητας»;

Ο Ρίτσος πιστεύει στον άνθρωπο που εκτίθεται. Στον άνθρωπο που μιλάει. Και αγωνίζεται. Ακόμη και με κίνδυνο να παρεξηγηθεί. Κι είναι αυτή η εντιμότητα του. «Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ. Πολύ μακρύς αδερφέ μου… τώρα είναι δικός σου αυτός ο δρόμος. Τον κρατάς όπως κρατάς το χέρι του φίλου σου. … Μα συ το ξέρεις πως έχεις να κλάψεις πολύ ώσπου να κάνεις τον κόσμο να γελάσει….»

“Α! Βέβαια, όλα τούτα θα σου πουν δεν είναι τίποτα. Όμως εσύ, αδερφέ μου, ξέρεις πως από τούτα τ’ απλά λόγια, από τούτες τις απλές πράξεις, από τούτα τα απλά τραγούδια, μεγαλώνει το μπόι της ζωής, μεγαλώνει ο κόσμος, μεγαλώνουμε!…

“Το χαμε πάρει απόφαση, μια μέρα όλοι οι άνθρωποι να χουνε δυο πόδια. Ένα χαρούμενο γεφύρι από μάτια σε μάτια, από καρδιά σε καρδιά…

Όλοι εδώ πέρα έχουμε έναν ουρανό και το ίδιο χαμόγελο Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν. Αυτόν τον ουρανό κι αυτό το χαμόγελο, δεν μπορούν να μας τα πάρουν!”

Ποιητή τον έκαναν πολλά, αναφέρει η Αγγελική Κωττή, πάντως ανάμεσα στα πρωτεύοντα ήταν η σφαιρική θέαση του σύμπαντος κόσμου, όπως και η έννοια της Δικαιοσύνης, και η ανυποταξία που είχε μέσα του. Και λέγοντας δικαιοσύνη δεν εννοώ μονάχα την βαθύτατη αγάπη του. Εννοώ την δική του τάξη, την αστείρευτη ανθρωπιά του, την αφοσίωση του σε ιδέες και πρόσωπα, το πείσμα του να προσπαθεί ν’ αντιστρέψει την ασχήμια και εν μέρει να ακυρώσει τον θάνατο με ότι ωραιότερο. Ακόμη και μέσα από έναν ηρωΐκό θάνατο: «Τέλειωσαν πια τα ψέματα, δικά μας και ξένα. H φωτιά η Παντάνασσα πλησιάζει…. Κι όμως, πρέπει να προφτάσω να ξεχωρίσω… Πρέπει. Μου χρειάζεται πριν απ’ τον θάνατο μου μια ύστατη γνώση, η γνώση του θανάτου μου, για να μπορέσω να πεθάνω…” γράφει για τον Ήρωα και Άγιο όπως τον ονομάζει Γρ. Αυξεντίου.

Κι αν είναι αλήθεια ότι οι γενναίοι μονάχα με το θάνατο το θάνατο νικούν, όπως έγραψε ο Αλ. Δαφνομήλης, τότε ο Ρίτσος ψάχνει να κοιτάξει στα μάτια τους πολλούς, καθημερινούς μας, θανάτους. Μόνο που δεν ξέρει αν αυτούς τους συναντάς πιότερο στο φως της μέρας ή στο σκοτάδι της νύχτας.

«Η κάθε μέρα κάτι μας αφήνει για τη νύχτα. Είναι δύσκολος κάποτε ο ύπνος, αν κάτι ωραίο δεν έχεις ν’ αντιπαραθέσεις στο σκοτάδι που ενεδρεύει.” Γράφει…

Ο Ρίτσος καταπολεμούσε αυτό το σκοτάδι σε όλη του τη ζωή. Στα δύσκολα χρόνια της εξορίας σκάλιζε πέτρες για ν’ αντιπαραβάλει αυτήν την ζωή στον θάνατο. Και στο όταν έρχεται ο ξένος μιλά! “Είναι πάντα μια γέννηση, – έλεγε ο Ξένος, – κι ο θάνατος μια πρόσθεση, όχι αφαίρεση. Τίποτα δε χάνεται. Για τούτο οι άντρες όταν νιώθουν το φόβο απ’ τη δουλειά, απ’ τη φθορά, απ’ το κενό, απ’ τις εφημερίδες, απ’ τη μνήμη των πολέμων, απ’ το τρίξιμο στις κλειδώσεις των δαχτύλων τους ή απ’ την κραυγή του ήλιου που σφηνώνεται μέσα στα κόκαλά τους, αρπάζουν τις γυναίκες όπως αρπάζουν τα κλαδιά ή τις ρίζες ενός δέντρου πάνω απ’ το γκρεμό κι αιωρούνται κει πάνω σα να παλεύουν ή να παίζουν με το χάος».

«Έτσι ανανεώνεται η ζωή, γεφυρώνεται το υπαρξιακό χάος, διαιωνίζεται η ανθρώπινη δημιουργία, ενώνονται η ζωή και η ποίηση», σημειώνει ο Χρ. Αλεξίου:

«Μέσα από το διαχρονικό πρίσμα αυτής της μεταφυσικής όρασης, ο ποιητής παρατηρεί το απέραντο και ποικιλόμορφο θαύμα του κόσμου και της ζωής. Της ζωής της φύσης και της ζωής του ανθρώπου μέσα στη φύση, από τη γέννηση ως τον θάνατό του. Με ποιητικές εικόνες απαράμιλλες για την απλότητα, ομορφιά, φυσικότητα και αλήθεια τους, ανακαλεί νοσταλγικά και ξαναζεί, με τη μνήμη του, και καλεί κι εμάς με τη μνήμη μας ν’ ανακαλούμε, να ξαναζούμε, να ξανακάνουμε δικά μας, την κάθε στιγμή της ζωής, όλα που ως τότε ζήσαμε, και όλους που ως τότε ζήσανε μαζί μας, σπάζοντας “την πολιορκία της στιγμής”, του θανάτου, που μπορεί να αφανίζει τη φυσική ζωή του ανθρώπου, αλλά δεν μπορεί να την αφανίσει στη μνήμη των ζωντανών και δεν εμποδίζει το παρελθόν της ζωής να ζει ατελεύτητα στο διηνεκές παρόν.»

Γράφει στη συλλογή του Δευτερόλεπτα, κυνηγώντας τον Χρόνο. “Κρατάει απ’ το χέρι τον άνεμο/ οι δυο μαζί μπορούν να πάνε όπου θέλουν. Δεν πηγαίνουν πουθενά/ κάθονται αμίλητοι κι ασάλευτοι/ κρύβοντας ο ένας τον άλλον”.

“Είναι φανερό ότι η βασανιστική παρουσία του φυσικού ανέμου στον τόπο εξορίας του Ρίτσου επέβαλλε την “απολυρικοποίηση” του ποιητικού του απαυγάσματος”, λέει ο Βελουδής. Μα κάπου κάπου ο άνεμος αυτός θα διαπνέει το μακρόπνοο συναξάρι του έργου του απ’ άκρη σ’ άκρη. Ως μια ηχώ και ένα σύμβολο της καταπιεσμένης αλλά ακόρεστης δίψας για ελευθερία. Που την ψάχνει βασανιστικά λεπτό το λεπτό τ’ ατέλειωτα χρόνια των διωγμών.

Κι αυτή η ζωή, πραγματωμένη στην δικαιοσύνη και στην ελευθερία μας απέναντι στις συμβάσεις, δηλαδή στην ουσιαστική μας αξιοπρέπεια, γριά κυρία που περιμένει αποξαρχής να πλαστεί ο κόσμος, είναι το ουσιαστικό αντικείμενο του πόθου του.. Ρωτά (και προσέξτε τον τίτλο!) στα Περιθώρια του Χρόνου: “Τη νύχτα ανάψαμε τα λαδοφάναρα και πήραμε τους δρόμους ρωτώντας τους διαβάτες. Φορούσε λέγαμε ένα φόρεμα στο χρώμα κάθε ονείρου. Δεν την είδατε;”

Ο ίδιος την συνάντησε καθισμένη πλάι σε ένα παλιό πιάνο ν’ αναζητάει ένα νεανικό κορμί, σαν τελευταία, απέλπιδα προσπάθεια να γραπωθεί απ’ τη ζωή που φεύγει. Άφησε με να ρθω μαζί σου, μιλά ακούγοντας την Σονάτα του Σεληνόφωτος! «Άφησε με να ρθω μαζί σου Τι φεγγάρι απόψε! Είναι καλό το φεγγάρι, δε θα φαίνεται που ασπρίσαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου! Δε θα καταλάβεις. Άφησε με να ρθω μαζί σου….

Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι, αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες, ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου λησμονημένα λόγια- δε θέλω να τα ακούσω- Σώπα! … Άφησε με να ρθω μαζί σου! Το ξέρω πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα, μονάχος στη δόξα και στο θάνατο. Το ξέρω, το δοκίμασα. Δεν ωφελεί. Άφησε με να ρθω μαζί σου!»

Ένας ατελεύτητος έρωτας του Ωραίου τον διακατείχε” όπως μας λέει η Κωττή και τον παρέσυρε, όπως όλοι οι έρωτες ίσια και προς τα πάνω. Αν και “βαθύ βαθύ το πέσιμο…:

Άφησε με να ρθω μαζί σου… Να δοκιμαστώ, να κυλιστώ στο χώμα για να βρω τον ουρανό, να ματώσω. Ν’ αποφύγω τα μικροαστικά προσχήματα μιας σικέ ηθικής που χρησιμοποιείται για ν’ αποφύγουμε την δοκιμασία με και από τους θεούς, όπως μας έλεγε βάζοντας για ακόμη μια φορά στην ιστορία του κόσμου την Φαίδρα απέναντι αοό τον Ιππόλυτο. Άφησε με να ρθω μαζί σου!

“Με ώθησε συνάμα προς τον Ρίτσο ένα συναίσθημα καθυστερημένης οφειλής σ’ έναν δημιουργό φιλόπνοο μέχρι αυτοθυσίας, που τόσο η δεξιά όσο και η αριστερά τον έχουν περιχαρακώσει στην πολιτική… Η αποκατάσταση του Ρίτσου στην ολότητα του έργου του – ας είναι πολύμορφο και ενίοτε αντιφατικό – αποτελεί επιτακτικό χρέος προς το ίδιο το έθνος που δικαιούται να ανακτήσει την ενότητα έπειτα από διχασμό σαράντα χρόνων, έγραφε – και σωστά – ο Πρεβελάκης πριν λίγα χρόνια.

Κι ο ίδιος ο Ρίτσος; Ο άνθρωπος που όπως γράφει ο Αραγκόν “Είχε ακούσει τον Μπετόβεν όπως δεν τον είχε ακούσει ποτέ κανείς”, και που, ανεξάρτητα από τις κομματικές του εντάξεις σε χώρους μάλλον απόλυτους, μας επέβαλλε στο έργο του ότι το λύγισμα είναι θαρρώ το μέτρο του ύψους”, αφήνοντας σύμφωνα με τη ρήση της Ρωξάνης Παυλέα, τα ποιήματά του σαν το Δευκαλίωνα ριγμένες πέτρες πίσω του, τι πίστευε για την πολιτική στράτευση του; Αν η τελευταία αφαίρεσε όπως λένε κάποιοι από τα σαλονάκια τους στοιχεία από το έργο του, ο ίδιος είχε έτοιμη την απάντηση:

“Καθόλου δε νιώθουμε πιο κάτου, μήτε χαμηλώνουμε τα μάτια. Μόνες περγαμηνές μας τρεις λέξεις. Μακρόνησος, Γυάρος, Λέρος.». Αδερφέ μου Μάνο… που ψιθύριζε στην αλληλογραφία του με τον συγκρατούμενό του Μάνο Κατράκη. Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ. Μακρόνησος, Γυάρος, Λέρος. Μακρόνησος, Γυάρος, Λέρος. Η μοίρα του…. Η μάλλον, η επιλογή του.

Κι αν αδέξιοι μια μέρα σας φανούν οι στίχοι μας, θυμηθείτε μονάχα πως γράφτηκαν κάτω απ’ τη μύτη των φρουρών, και με τη λόγχη πάντα στο πλευρό μας.” Καλέ μας Ρίτσο με το αρχοντικό παράστημα και την έκπαγλη αντρική καλλονή, με την υπέροχη βαθιά φωνή και την γενναία ζωή, άρχοντα που αρνήθηκες την κληρονομιά σου για ν’ αγωνιστείς στο πλάι των απόκληρων, ιδεατέ πατέρα της παιδικής μου ηλικίας, δεν ήταν τελικά αδέξιοι, μήτε οι στίχοι σου, μήτε η ζωή σου.

Ίσως να ναι αλήθεια λοιπόν, ότι κάποτε ένας άνθρωπος στάθηκε μπροστά στην μοίρα και την κοίταξε στα μάτια. Ποια είναι η ουσία της ζωής; Την ρώτησε. «Ή γράψε κάτι που αξίζει να διαβαστεί ή κάνε κάτι που αξίζει να γραφτεί», απάντησε εκείνη, μιμούμενη τον Μπ. Φράνκλιν. Ο Γιάννης Ρίτσος, στο σύνολο της ζωής του, τα έκανε και τα δυο.

* * *

Κατηγορίες: πολιτισμός | πολιτική

Σχόλια στο άρθρο

<?>



για τους όρους χρήσης και την πολιτική δημοσίευσης του агит проп συμβουλευτείτε την online έκδοσή του
όροι χρήσης · πολιτική δημοσίευσης · προσβασιμότητα