Κόμματα «διαμαρτυρίας»
· 01.10.09, 08:39ΜΜ Ελένη Καρασαββίδου-ΚάππαΠολλές οι ατάκες που κάνουν παρέλαση στα μίντια σε κάθε εκλογική αναμέτρηση. Μία από τις προβαλλόμενες ως πλέον «σοβαρές» σε αυτές τις εκλογές είναι ο απόλυτος διαχωρισμός μεταξύ «κομμάτων εξουσίας» και «κομμάτων διαμαρτυρίας». «Σημείο τομής» είναι πως ο δεύτερος χαρακτηρισμός χρησιμοποιείται απαξιωτικά ως κάτι που κάνει «ασκήσεις επί χάρτου», και πολιτική «ελαφρά την καρδία», σ’ αντίθεση με τον πρώτο που σηματοδοτεί την «ευθύνη» και την «αποφασιστικότητα». Αν σκοπός κάθε (δεξιού, κεντρώου ή αριστερού) «αυτονόητου» είναι να απεικάσει τους ακροατές ή τους φορείς του σε ένα είδος «ολοκληρωτικής πνευματικής χώρας» που θα «γραφικοποιεί» κάθε ετεροδοξία, είναι γιατί οφείλει να «θεσμοθετεί» (καταρχήν πολιτιστικά) την συναίνεση ώστε να παγιοποιείται ασυνείδητα «μέσα μας» ο αρεστός ιδεολογικός και κοινωνικός χάρτης.
Μα τότε κάθε «αυτονόητο», διαρρηγνύοντας τα ιμάτια του μπροστά στην κριτική σκέψη, άρα στη λογική, αφού συνομιλεί μαζί της ως φορέας της νέας μεταφυσικής α(λ)ήθειας, παραλογίζεται βαθιά, δίχως «να το παραδέχεται». Π.χ., όπως η εμπειρία δείχνει, εάν η ευθύνη ταυτίζεται με την ειλικρίνεια, κι αν η αποφασιστικότητα με έναν αληθινό προγραμματισμό, που δεν θα γίνεται άρα υποχείριο σε ομάδες και «ίδια συμφέροντα», τότε όσο «σοβαρά» κι αν παρουσιάσεις τα «κόμματα εξουσίας», δεν μπορεί παρά να ξεσπάς μέσα σου σε γέλια. Άλλο αν και τα «κόμματα διαμαρτυρίας», συχνά ανάξια να διαχειριστούν την πρακτική/πολιτική βαρύτητα της τελευταίας, μας κάνουν εξίσου να χαμογελάμε, αφού η υπεραπλούστευση κι ο φραξιονισμός, την γραφικοποιούν εξίσου.
Μα μην τσιμπάτε! Όλα στην Ελλάδα είναι κόμματα διαμαρτυρίας. Απλώς, κι ενώ η χώρα πάει με τον αυτόματο πιλότο της Ε.Ε. (λες κι αυτής η κατεύθυνση είναι μεταφυσική και δεν μπορεί ν αλλάξει με πανευρωπαϊκές δράσεις), τα «κόμματα εξουσίας» διαμαρτύρονται υπέρ εαυτών: «Εγώ το υπέροχο κόμμα; τι φταίω;». Ενώ τα κόμματα διαμαρτυρίας, αλαζονικά κι αυθαίρετα, και χρήσιμα και πραγματιστικά, υπέρ κοινωνίας.
Όμως, με την «σοβαροφανή» παγίωση της ατάκας δημιουργείται ένα καινοφανές αυτονόητο, που ουσιαστικά εξορίζει την διαμαρτυρία, άρα την κριτική σκέψη και πράξη, από την πολιτική, με τρόπο όμοιο με αυτόν που προσπαθεί να εξορίσει (κι εξόρισε σημαντικά πια) τις ανθρωπιστικές επιστήμες εν γένει από τις «σοβαρές έδρες» …Αν «σκάψουμε» λίγο αυτό την «ιδέα» θα δούμε ότι πηγάζει απευθείας σχεδόν από την κίνηση εναντίον του διαφωτισμού, που όμως έρχεται πια «νομιμοποιημένη» μέσα από τον μανδύα μιας μεταβιομηχανικής, υπερτεχνολογικής εποχής, δίχως να γραφικοποιείται με μαντζούνια και ράσα.
Ουσιαστικά, η απαξίωση της διαμαρτυρίας ως κάτι ξένο προς την πολιτική είναι επίθεση στον κριτικό λόγο και συμβάλει ευσύνοπτα, παρά τις φλυαρίες με τις οποίες επενδύεται, στην δημιουργία του homo-anti-sapiens. Αυτού, δηλαδή, που ο Γερμανός φιλόσοφος Ετσενμπεργκερ ονόμασε «δευτερογενώς αναλφάβητο»: Του ή της ανθρώπου που έχει τις «γραμματικές γνώσεις» να μετέχει στα προϊόντα της εποχής, μα του ή της έχει αφαιρεθεί η κριτική γνώση για να μπορεί να τα διαχειριστεί δημιουργικά. Όμως, όπως επισημαίνει ο Έκο στο «Η Δύναμη των λέξεων», στην εποχή των μιντιακών τραστ η τραγωδία είναι πως τα «αφεντικά» της γλώσσας εξορίζουν τους πολίτες από τον λόγο. Κι εξορίζουν τους πολίτες του λόγου. Από αυτήν την άποψη «η αγάπη για τον λόγο», η κριτική σκέψη, όπως και η πολιτική διαμαρτυρία, (ιδίως όταν μπορεί να οδηγήσει σε ένα ευρύτερο, και κριτικό και προς τον ίδιο του τον εαυτό, πρόταγμα) υπερβαίνει τα όρια του ειδικευμένου επιστημονικού κλάδου και ανυψώνεται σε ηθικό και πολιτικό καθήκον κάθε «μη-ιδιώτη» ανθρώπου.
* * *

Σχόλια στο άρθρο