Για τον Ηλία Πετρόπουλο
· 16.11.09, 09:10ΜΜ Ελένη Καρασαββίδου-ΚάππαΌταν άκουσα ότι ο Ηλίας Πετρόπουλος πέθανε στις 3 του Σεπτέμβρη, σκέφτηκα ότι δεν θα μπορούσε να διαλέξει πιο ταιριαστή σ’ αυτόν ημερομηνία: Παρά την ημερομηνία αμφισβήτησης ενός βασιλιά κι ενός συστήματος διακυβέρνησης. Ο Πετρόπουλος είναι ίσως ο Έλληνας λογοτέχνης που, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον/η, μετέφερε την γενικόλογη, ανέξοδη αμφισβήτηση στην ουσιαστική καθημερινότητα του, μετατρέποντας την, έτσι, από διαδικασία δημιουργικής αποενοχοποίησης σε βαθιά πολιτική πράξη. Αυτοεξόριστος του εαυτού του πολύ πριν αυτοεξοριστεί στο Παρίσι, ο πρώτος έλληνας που διεκδίκησε (μεσούσης μάλιστα της δικτατορίας) το δικαίωμα του στην αθεία, (με την αντίστοιχη αναγραφή στην ταυτότητα), κι ο (όχι μεγαλειώδης μα συνεπής) γραφιάς που περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον ανέτρεψε τα αστικά ιδεολογήματα της γλώσσας, καταγράφοντας με… εύγλωττο σεβασμό τις γλωσσικές ποικιλίες του περιθωρίου, θύμιζε σε άπειρες αντανακλάσεις την περίφημη ρήση του Κίρκεγκωρ, πως «η αληθινή τραγική οδύνη απαιτεί ένα στοιχείο αθωότητας».
Η αθωότητα αυτή δεν είναι του χριστιανού, μα του “δαιμονισμένου”, δηλαδή του εξόριστου από τους στενάχωρους παραδείσους, και ταυτόχρονα του ονειροπόλου, του δοσμένου στα πλατιά όνειρα, που κραυγάζει γιατί θέλει να ξυπνήσει “αυτόν που κοιμάται κι όχι αυτόν που ονειρεύεται”. Κι επαναστατεί γι αυτό απέναντι στο ιλουστρασιόν της χρυσής μετριότητας που ντύνεται την (διανοουμενίστικη ή ηθική ή πολιτική κλπ) εξουσία, επιβραβευμένος από τα μέτρα μιας μέτριας εποχής, και “επιφορτισμένος” να προγγίζει το αληθινά ιδιοφυές. Δηλαδή αυτό που έρχεται πάντα πολύ πιο γρήγορα από όσο έχει ανάγκη ο κόσμος κι η εποχή, την ίδια στιγμή που το ίδιο έχει πολύ αργοπορήσει.΄ Ο Πετρόπουλος ζει και γράφει και πολιτεύεται βγάζοντας την γλώσσα σε κάθε εξουσία που του κρυφο-προτείνει θώκους κι ιδιώτευση:
“Ο πανεπιστημιακός είναι ένας στοχαστής που δεν ονειρεύεται ποτέ. Μας κυβερνούν οι πλαστές ιδέες, που εμπορεύονται τα πανεπιστήμιά μας. Ο καθηγητής είναι σοβαρόν ζώον. Η σοβαροφάνεια κρύβει το καρδιοχτύπι της μηδαμινότητας», γράφει όταν δέχεται επίσημες προσκλήσεις.
«Τα ερωτικά / πορνογραφικά βιβλία αποτελούν μιαν ιδεατή συμπύκνωση ηδονής. Ωστόσο, τα ερωτικά / πορνογραφικά κείμενα δεν γράφονται για να τραβάνε μαλακία οι αναγνώστες τους. Ο πορνογράφος είναι ένας ανατροπέας, ένας αναρχικός ιδεολόγος. Ο πορνογράφος, αρνούμενος την ισχύουσα σεξουαλική τάξη, αρνείται το ισχύον κοινωνικό σύστημα. Βρισκόμαστε μπρος σε μια θεωρητική στάση.» ανταπαντά σε όσους σοκάρονται μπροστά στην ίδια τους την σεξουαλικότητα.
Ο Πετρόπουλος, έμπλεος του «έξω από τα τείχη» παλίμψηστου που η (και λογοτεχνική) καθωσπρέπει κοινωνία αρνείται (τάχα) «να δει» κι ας το ξεζουμίζει, αν και γέννημα θρέμμα αυτής της κοινωνίας ως γόνος αστικού σπιτιού, αθωώνει τα πάντα, αποδίδοντάς τά στο φως. Ανατρέποντας την διαδικασία ηθικής νομιμοποίησης της υποκρισίας που ταυτίζει την έλλειψη «τακτικής ζωής» με το σκοτάδι. Όχι εύκολος άνθρωπος, μα μύστης, κατεβαίνει στον δρόμο και καταγράφει και την γλώσσα του αγοραίου έρωτα, και τα ρεμπέτικα χασισοτράγουδα και τα «καλιαρντά» των ομοφυλόφιλων, και τις αργκό των νέων. Ένας εθνογράφος της επικοινωνίας (Hymes), (αν και συστηνόταν ως λαογράφος προγκίζοντας το ακαδημαϊκό κατεστημένο), δημιουργεί έναν τρίτο πόλο, πέρα από την «καθαρεύουσα» και την «δημοτική», στο πολιτικότατο στην Ελλάδα ζήτημα της γλώσσας, όταν τίποτε δεν ήταν (και δεν είναι σ έναν βαθμό) ακόμη λυμένο.
Κυνηγημένος διαρκώς, έχοντας σκίσει παντοιοτρόπως κάθε είδους εγωτικού ναρκισσισμού, ο Αθηνογεννημένος στα 1924 Πετρόπουλος, (μεγάλο μέρος έργου του οποίου περιμένει να «ανακαλυφθεί» από μια βαθιά μικροαστική κοινωνία με το αντίστοιχο εκδοτικό κατεστημένο…), αφήνει το πικρό ελληνικό του παρελθόν και ταξιδεύει δια παντός στο Μέλλον της Αναρχικής του Φαντασίωσης στο Παρίσι 15 χρόνια πριν. Και ως τελευταία χειρονομία, ο άνθρωπος που χτύπησε τα πάντα καταγής, χτυπά και το σαρκίο του: Παραγγέλνει την καύση του και μηνύει, και τον ρίχνουν, στον υπόνομο. Ίσως εκεί, ο αστός που ποτέ δεν αρνήθηκε να τους «κοιτάξει» μα και να τους «δει», να κάνει πια παρέα με τους Αγιάννηδες της εποχής μας…
Πρωτοδημοσιεύτηκε στη «Βιβλιοθήκη» της «Ελευθεροτυπίας» την Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2009.
* * *

Σχόλια στο άρθρο