Μικρό αιρετικό
· 01.03.10, 10:00ΠΜ Ελένη Καρασαββίδου-ΚάππαΠάντοτε την εύνοια μου κέρδιζαν αυτοί που «ζουν επικινδύνως». Αλλά το «επικινδύνως» να χει να κάνει πρώτιστα με μας. Και το να χει να κάνει πρώτιστα με τον εαυτό μας σημαίνει ένα πράγμα και μόνο: να είμαστε πρόθυμοι να πληρώσουμε το «Τίμημα». Στην Ελλάδα, ως χώρα που το «τρίπτυχο» πατρίς θρησκεία οικογένεια δομεί συνειδήσεις και συμπεριφορές, νομιμοποιημένο από δεκάδες συναισθηματικές ατάκες στους δημόσιους χώρους και δεκάδες συναισθηματικές διαφημίσεις στην τηλεόραση, (αφού βασική λειτουργία θέσπισης του καπιταλισμού αποξαρχής ήταν να αντιμετωπίσει τους θεσμούς στήριξής «του» ως καταναλωτικές μονάδες) αυτό είναι ένα βαθύ ζητούμενο. Μεταμφιέζεται διαρκώς το τρίπτυχο, παρυσφύει σε χώρους ετερόκλητους και γίνεται ακόμη και κόμμα, ιδεολογία ομάδα, αλλά στο βάθος στους ίδιους ετεροκαθορισμούς απαντά, αφού το βλέμμα σου έχει στιγματιστεί από «γονείς» και «δασκάλους».
Τα χρόνια άλλαξαν, κι οι δάσκαλοί κι οι καθοδηγητές άλλαξαν και τούτοι. Η άνοδος των μικροαστικών μαζών από τη δεκαετία του 80 κι έπειτα στην κοινωνική ιεραρχία αντικατέστησε τον «πατέρα αφέντη» (το αυταρχικό κράτος και παρακράτος κι όσους το αντιπροσώπευαν) με την «κουτοπόνηρη αλεπού».
Δεκάδες τα παιδιά «των ανταρτών» που σήκωναν τις κοιλιές τους για να χορέψουν το «Γερακίνας γιός» στα νυχτερινά κέντρα, σε μια πρόσκαιρη μα και πολύπλοκη θεατρική επίδειξη «αποενοχοποίησης» και «ψευτομαγκιάς», πριν γυρίσουν στις εμετικές ζωές τους στα γλυκά χαμόγελα και στις «καριέρες» τους. Αλλά η θεατρική αυτή επίδειξη (κρυμμένη ακόμη, κι ίσως ιδίως, κι απ τον εαυτό) είχε πολλά προσωπεία. Εκατοντάδες αυτοί κι αυτές που στο όνομα της αριστεράς ή του ανθρωπισμού μιλούσαν ή έγραφαν για το «περιθώριο» προστατευμένοι στα μαυσωλεία τους για να το εκμεταλλευτούν. Αλλά για να μιλήσεις για την «αντίσταση» πρέπει να σου χει μασήσει την γλώσσα η τανάλια του βασανιστή, και για να μιλήσεις για τους απόκληρους (ενταγμένη αριστερά μου, ή διαπλεκόμενη εκκλησία ή ναρκισσευόμενη «διανόηση») δεν πρέπει να γράφεις, πρέπει να ζεις και να γράφεις. Μυριάδες αυτοί που τιμούσαν την θρησκεία και την οικογένεια τις Κυριακές, χωμένοι μέσα στις διπλές και τριπλές ζωές τους το υπόλοιπο του χρόνου τους. Εκατομμύρια όσοι μιλούσαν περί καλλιέργειας κι αλληλεγγύης αλλά τα προβλήματα δεν τα θελαν στην πόρτα τους μα στην πόρτα του άλλου.
Ο Μουρσελάς περιέγραψε αυτές τις «χαμηλοβλεπούσες» με τον τρόπο της λογοτεχνίας στο «Αρσενική Πόρνη». Κανείς, και καμιά, απ αυτό το διαδεδομένο συνάφι δεν είχε και δεν έχει την προθυμία να πληρώσει το (όποιο) Τίμημα, (της γραφικοποίησης, ή της μη καρριέρας, ή της μη οικογένειας). Ν ακολουθήσεις κάτι στην ακρότητά του για να ζήσεις μια γαμημένη αλήθεια. Μία γνησιότητα. Αντιθέτως ήθελαν και την πίτα και τον σκύλο. Ο Άγγλος «punk» κοιμόταν κάτω από την γέφυρα όταν έκανε την επανάστασή του. Ο έλληνας «επαναστάτης» γύριζε στην «μαμά» ή «στα παιδιά». Με τρόπο όμοιο που ο έλληνας αριστερός παντρευόταν στην εκκλησία… Με τον ίδιον τρόπο που ο έλληνας «μπαχαλάκιας» επιβεβαιώνει ξανά και ξανά την κοινωνική ιεραρχία σπάζοντας εκεί που μπορεί κι όχι εκεί που «δεν τον παίρνει». Με τον ίδιον τρόπο που ο έλληνας «Χριστιανός» σιχαίνεται τους ξένους, κι ο Έλληνας επιχειρηματίας τις «επενδύσεις»…
Απέναντι τους δομήθηκε με τον ίδιον υστερικό τρόπο μια επιφανειακά διαφορετική μα ίδια στη δομή της μορφή αντίδρασης. Η «μαμά» που δεν έπρεπε με τίποτε να προδώσεις απέναντι στη «νύφη» ήταν η ιδεολογική καθαρότητα. Ταιριασμένη μόνιμα με την καθημερινή πρακτική «χαλαρότητα». Αφού δεν κατείχες βαθιά ούτε τις ιδέες, ούτε τις στρατηγικές ούτε τον τρόπο να την συνταιριάζεις, φοβόσουν να βγεις απ τον θεατρικό ρόλο, γινόσουν «χειρονομία», όχι επανάσταση. Δεν έπρεπε να μετέχουμε σε τίποτε «κρατικό», ή «εθνικό». Ελεύθερο το πεδίο για τους υποκριτές ή τους κάφρους. Αρκεί να ελέγχαμε ως καθοδηγητές το δικό μας «χωριό», το δικό μας «λιμανάκι», αφού φοβόμασταν τα πολύπλοκα κύματα της πραγματικότητας και τα μεγάλα νησιά που ήταν πιο πέρα. Βγάλε τον ιερέα από το θεολογικό και πατερναλιστικό τού αυτονόητο, μπορείς; Ο χώρος της εμπράγματης πολιτικής, ο χώρος του πολιτισμού και των εκδηλώσεων, ο χώρος της ανώτατης παιδείας και των παρεμβάσεων, αφέθηκαν σ αυτούς που (καθώς η κληρονομική φεουδαρχία δεν καταργήθηκε ποτέ μα σε νεποτισμό και πολύχρωμη διαπλοκή μετατράπηκε) θεωρούσαν ότι κατείχαν ως ιδιώτες κάτι δημόσιο, κι ότι ήταν παράταιρη ή προβληματική η δική μας παρουσία, όχι η δική τους. Ο Λενινισμός (σε ένα από τα πλεονεκτήματά του), κι αργότερα απ άλλους δρόμους η κοινωνική ψυχολογία, είχε δείξει στην θεωρία και πράξη πολύ καλά γιατί δεν πρέπει να αποχωρείς, γιατί δεν πρέπει να μειώνεις «το πεδίο κοινωνικής σύγκρισης», χαρίζοντας το χωράφι και τον πληθυσμό του στους μαλάκες. Αρκεί να χεις βαθύνει και να χεις προσπεράσει το πεδίο της (προς κατανάλωση στο βάθος) χειρονομίας και να ταξιδεύεις με πυξίδα προσανατολισμένη στο πεδίο της «δυνατότητας», όχι του «χάρτη».
Στο βάθος και οι δυο νοοτροπίες (κι εμείς μαζί) είμαστε για «τον π…τσο». Το ξέρω «αναγνώστη» ότι θα δυσαρεστηθείς, αφού «κακές» φράσεις σαν κι αυτήν ξεμπροστιάζουν τις «καλές» πρακτικές μας, και πάνω απ όλα καταλύουν της «ποιήσεως» (όπως και της «καλλιέργειας» γενικά και του ιεροποιημένοι τριπτύχου!) την «ιεράν αποστολήν», να μετατρέπει τα σκατά σε «θάλασσα και ήλιο».
Όμως οι δυο αυτές νοοτροπίες εμφανίστηκαν νομίζω κομβικά στην «χειρονομία» της αριστεράς, να μην στηρίξει την υποψηφιότητα του προέδρου της Δημοκρατίας. Δεν είναι πως ήμασταν υποχρεωμένοι να το κάνουμε. (όπως και κανείς/μια δεν είναι υποχρεωμένος να μιλά εξ ονόματος ενός τρόπου ζωής) Είναι πως δεν μπορείς να χεις γι άλλη μια φορά και την πίτα και τον σκύλο, με την βαθιά υποκρισία να μην πληρώνεις το Τίμημα. Αν δεν θέλουμε να μετέχουμε στην εκλογή Παπούλια τότε δεν πρέπει να δηλώνουμε δημόσια την εκτίμησή μας στο πρόσωπό του. Κι ακόμη σημαντικότερο. Αν δεν επιλέγουμε να συμμετέχουμε στον Θεσμό, τότε δεν μπορούμε να δεχόμαστε να μας ορκίζει στο Σύνταγμα, ή να χρηματοδοτούμαστε από τα προεδρικά διατάγματα που υπογράφει, ή… ή… ή… Αλλιώς το πεντάλεπτο του Γιου της Γερακίνας τελειώνει, καθόμαστε (έστω κι άβολα, κι έχοντας απεκδυθεί μιας σοβαρής εικόνας απέναντι στους «συνδαιτημόνες» των πίσω τραπεζιών) στο ίδιο «σκυλάδικο» με τους άλλους, τρώμε την ίδια κουζίνα κι όταν έρχεται το τσεκ του λογαριασμού, το πληρώνει φοβάμαι μονίμως το «γκαρσόνι»…
* * *

Σχόλια στο άρθρο